ἐΰννητος

ἐΰννητος, ον, [dialect] Ep. for εὔνητος ([etym.] νέω),
A well spun or woven,

οἱ δὲ χιτῶνας εἵατ' ἐϋννήτους Il.18.596

, cf. 24.580;

πέπλοι λεπτοὶ ἐΰννητοι Od.7.97

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐύννητος — ἐΰννητος , ἐύννητος well spun masc/fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εΰννητος — ἐΰννητος, ον (Α) (επικ. τ. αντί εύνητος) αυτός που έχει γνεστεί ή υφανθεί καλά, καλογνεσμένος, καλοϋφασμένος («οἱ δὲ χιτῶνας εἵατ ἐϋννήτους», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευς (ευ) + νητός «υφασμένος (< νήθω «γνέθω»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐύννητον — ἐΰννητον , ἐύννητος well spun masc/fem acc sg (epic) ἐΰννητον , ἐύννητος well spun neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυννήτοισι — ἐϋννήτοισι , ἐύννητος well spun masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυννήτους — ἐϋννήτους , ἐύννητος well spun masc/fem acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυννήτων — ἐϋννήτων , ἐύννητος well spun masc/fem/neut gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύννητοι — ἐΰννητοι , ἐύννητος well spun masc/fem nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • (s)nē- and (s)nēi- —     (s)nē and (s)nēi     English meaning: to sew together, to web, spin     Deutsche Übersetzung: “Fäden zusammendrehen, with dem Faden hantieren”, daher “weben, spinnen” and “ sew “     Note: (maybe from dem present snē i̯ō; or umgekehrt snē… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.